Ένα Ζωντανό Αρχείο: ξεμαθαίνοντας να αναγνωρίζουμε

Facebook Twitter E-mail Print
Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019
Ένα Ζωντανό Αρχείο: ξεμαθαίνοντας να αναγνωρίζουμε

Άρθρο της Μαρίας Ταμπούκου (Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Ανατολικού Λονδίνου), για το Παρατηρητήριο της Προσφυγικής και Μεταναστευτικής Κρίσης στο Αιγαίο.

Έχω γράψει ότι το αρχείο είναι ένας ζωντανός οργανισμός κι ακόμα ότι η αρχειακή έρευνα έχει έντονους ρυθμούς και δημιουργεί ψυχοκοινωνικές εντάσεις που επηρεάζουν την παραγωγή επιστήμης και γνώσης (βλ. The Archive Project) Θεωρώ λοιπόν το αρχείο ως ένα εργαστήρι αφηγηματικής αντίληψης, αλλά επίσης ως ένα πολύπλοκο συναρμολόγημα (agencement, assmblage) υλικών, πρακτικών, λόγων και διαδικασιών γίγνεσθαι. Η εμπειρία της Λέσβου όμως  για το Leverhulme χρηματοδοτούμενο ερευνητικό πρόγραμμα Revisiting the nomadic subject, έχει ξεπεράσει κατά πολύ, όλους τους πυρετούς αρχειακής έρευνας που έχω ζήσει μέχρι τώρα.

Προσγειώθηκα στη Λέσβο στις 25 Μαρτίου 2019. Την ίδια μέρα έφτασαν δια θαλάσσης 188 πρόσφυγες, ο υψηλότερος αριθμός άφιξης προσφύγων από την αρχή του χρόνου σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς. Εκτός από εθνική εορτή και αργία, η 25η Μαρτίου ήταν επίσης μια μέρα στην οποία σώθηκαν 30 πρόσφυγες από πνιγμό, ενώ συνελήφθη και ένας λαθρέμπορας. Όπως έχω καταλάβει αυτά είναι συνηθισμένα καθημερινά νέα στο νησί. Πώς τα έμαθα λοιπόν όλα αυτά τα νέα;  Όχι μόνο με το να πηγαίνω εδώ κι εκεί, να παίρνω φωτογραφίες, να διαβάζω τοπικές εφημερίδες, να βλέπω τα νέα στην τηλεόραση, να ακούω ειδήσεις και να μιλάω με ανθρώπους που άρχισα να γνωρίζω στο νησί. Μια σημαντική πηγή αντίληψης, πληροφορίας και γενικής ενημέρωσης ήταν και είναι Το Παρατηρητήριο της Προσφυγικής και Μεταναστευτικής Κρίσης στο Αιγαίο, όπως και μια πλειάδα ανακοινώσεων, σελίδων και ιστότοπων στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης.

Υπάρχουν λοιπόν τουλάχιστον δυο επίπεδα πραγματικότητας στη Λέσβο: α) η χειροπιαστή υλική πραγματικότητα, ορατή και αόρατη, μια και η πρόσβαση σε πολλούς συλλογικούς χώρους προσφύγων είναι αυστηρά ελεγχόμενη και πολλές φορές μη προσβάσιμη και β) η εικονική πραγματικότητα, ένα πολύπλοκο δίκτυο από ιστότοπους, εικόνες, ηλεκτρονικές επικοινωνίες και κοινωνικά μέσα ενημέρωσης. Αυτά τα δυο επίπεδα του πραγματικού, είναι προφανώς ευρετικές έννοιες που βοηθούν την κατανόηση και ανάλυση της κατάστασης, αλλά δεν μπορούν στην πραγματικότητα να χωριστούν και να δράσουν ανεξάρτητα. Αυτό λοιπόν που πραγματικά με εντυπωσίασε στη Λέσβο ήταν μια έντονη αίσθηση όχι μόνο άμεσων ανταποκρίσεων σε πραγματικά και κρίσιμα προβλήματα από πολλούς θεσμούς, οργανώσεις και μεμονωμένα άτομα, αλλά επίσης μια συνεχής δραστηριότητα συσσώρευσης ιστορικής μνήμης και παραγωγής ιστορικής γνώσης που εξελίσσεται μέσα και από αυτές τις δυο όψεις του πραγματικού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Λέσβος για μένα συγκροτείται ως ‘ένα ζωντανό αρχείο’ μια ιδέα που κυριολεκτικά ξεπήδησε από τις ιστοσελίδες του Παρατηρητηρίου: ‘Το Αιγαίο ως εξωτερικό σύνορο της Ευρώπης έχει μακρά εμπειρία πληθυσμιακών μετακινήσεων, ωστόσο οι μεγάλες εισροές τις οποίες γνώρισε στη διάρκεια του 2015 δεν έχουν προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Η γεωγραφική επικέντρωση της μεγαλύτερης πληθυσμιακής μετακίνησης στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, και, ειδικότερα, στη Λέσβο, που δέχθηκε πάνω από τους μισούς πρόσφυγες και μετανάστες, και η μεγάλη ανθρωπιστική κρίση, που σημάδεψε την μετακίνησή τους, αποτέλεσαν τα βασικά ερεθίσματα για την ίδρυση του Παρατηρητηρίου στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου (https://refugeeobservatory.aegean.gr/el) Ως το μόναδικό πανεπιστημιακό ίδρυμα στο χώρο του Αρχιπελάγους, το Παρατηρητήριο έχει πάρει τον πολύ σημαντικό και επείγοντα ρόλο της δημιουργίας ενός πολυεπίπεδου αρχείου για αυτό που έχω ονομάσει ‘συναρμολόγημα κινητικότητας᾽ (mobility assemblage). Αυτό το αρχείο συμπεριλαμβάνει όχι μόνο συνοριακές πρακτικές και εδαφικούς λόγους, αλλά επίσης και γραμμές φυγής και εδαφικές ανατροπές.

Αλλά τι εννοώ ακριβώς με το ‘συναρμολόγημα κινητικότητας᾽ (mobility assemblage); Οι ιστορικοί της προσφυγικής κίνησης, θεωρούν τις ανθρώπινες μετακινήσεις ως ένα συνηθισμένο, παγκόσμιο και διιστορικό φαινόμενο σύμφωνα με την Donna Gabaccia ('Is everywhere nowhere?', 1115) Επί πλέον ο Stephen Castles υποστηρίζει ότι η σύγκρουση και αναγκαστική μετανάστευση είναι μια ιστορική συνέχεια που συνδέεται με τους  κοινωνικούς μετασχηματισμούς της παγκοσμιοποίησης.  ('Global Perspectives on Forced Migration', 7) Σύμφωνα λοιπόν με τον Castles η διάκριση ανάμεσα σε μετανάστευση ως εθελοντική μετακίνηση και η αναζήτηση ασύλου ως εξαναγκασμός, είναι ανυπόστατη , δεδομένου ότι τα μεταναστευτικά κινήματα ανά τον πλανήτη έχουν προκληθεί από πολέμους, τοπικές συγκρούσεις, εθνικές και διεθνείς πολιτικές και επίσης από τοπικές και παγκόσμιες οικονομικές δυναμικές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Encarnación, Guttiérez Rodríguez υποστηρίζει ότι το πλέγμα ανάμεσα σε μετανάστευση και άσυλο συνδέεται επίσης  με την αποικιοκρατία της εξουσίας και τον φυλετικό καπιταλισμό. ('The Coloniality of migration')

Οι αφηγήσεις γυναικών μεταναστριών και προσφύγων που αναδύονται από την έρευνά μου, χαρτογραφούνται μέσα σε αυτό το οικονομικό, πολιτικό και αποικιοκρατικό πλέγμα. Οι ιστορίες τους διαπερνούν συνεχώς εθνικά, γεωγραφικά, γλωσσικά και εννοιολογικά σύνορα, συμπεριλαμβάνοντας στοιχεία αυτού που ονομάζω ‘συναρμολόγημα κινητικότητας᾽  (mobility assemblage). Όπως έχω ήδη γράψει αλλού, η έννοια του συναρμολογήματος (assemblage, agencement)  διευκολύνει μεταδομιστικές αναλύσεις δικτύων και σχηματισμών που είναι συνεχώς ρευστοί και υπό διαμόρφωση, συναρμολογούμενοι και αποσυναρμολογούμενοι συνεχώς ( βλ. 'Machinic assemblages'). Tα συναρμολογήματα είναι λοιπόν εμπλεκόμενες σχέσεις που λειτουργούν με άλλους συσχετισμούς μέσα σε μια συνεχή διαδικασία γίγνεσθαι. Τα συναρμολογήματα μπορεί να έχουν φυσική, ψυχολογική, κοινωνικοπολιτιστική ή και φιλοσοφική  διάσταση και διευκολύνουν τη δημιουργία σύνθετων σχηματισμών, διαρκών συνδέσεων και έντονων σχέσεων. Σε αυτό το πλαίσιο μερικά από τα στοιχεία του ‘συναρμολογήματος κινητικότητας’ θα μπορούσαν να είναι: πόλεμοι, τοπικές συγκρούσεις, έμφυλες σχέσεις, φυλετικός καπιταλισμός, αποικιοκρατία, συνοριακές πρακτικές, παγκόσμιο εμπόριο και όπως προχωρεί η ανάλυση, καινούρια στοιχεία μπορούν να προστίθενται και περισσότερες εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις μπορούν να χαρτογραφούνται. Μέσα στο θεωρητικό πλαίσιο του συναρμολογήματος η κινητικότητα εμφανίζεται ως ένα σύνθετο πλέγμα με κάποια από τα στοιχεία που έχουν ήδη αναφερθεί αλλά και με άλλα που προέρχονται από άλλα συναρμολογήματα: ανεξέλεγκτες αγορές, οικονομικές κρίσεις, έλλειψη στέγης, διαφορετικές κουλτούρες, οικογενειακές ιστορίες, και πανικοί ηθικής για να αναφέρω μόνο τα πιο τρανταχτά παραδείγματα.

Ποιες είναι λοιπόν οι συνέπεις του να χρησιμοποιούμε ᾽συναρμολογήματα´ως αναλυτικά εργαλεία; Ἐνα σημαντικό έργο της ανάλυσης είναι να γίνονται συγκεκριμένες χαρτογραφήσεις εντοπισμένων φαινομένων και προβλημάτων και ανιχνεύσεις σχέσεων ούτως ώστε να αναδύονται νέοι σχηματισμοί, αλλά επίσης να διακρίνονται γραμμές φυγής μια και για τους Deleuze και Guattari που δημιούργησαν την έννοια του συναρμολογήματος (assemblage, agencement), οι κοινωνίες δεν καθορίζονται τόσο πολύ από μεγάλους σχηματισμούς και τις διαλεκτικές αντιθέσεις τους, αλλά περισσότερο από αυτό που τους ξεφεύγει, τους μικρούς αντισχηματισμούς, τις ‘γραμμές φυγής’. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ καταναγκαστικής και εθελοντικής μετακίνησης, δραπέτευσης από διωγμούς ή αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Και παρόλο που κάθε ιστορία είναι μοναδική και ανεπανάληπτη υπάρχει ένα σοβαρό σώμα βιβλιογραφικής και εμπειρικής έρευνας που στηρίζει και πλαισιώνει ιστορικά τις αφηγήσεις ζωής, αυτό που ο François Laruelle ονομάζει, ‘le vécu.’ (Introduction to non-marxism).

Πώς είναι να ζείς τέτοιες έντονες εμπειρίες αρχειακών εντάσεων, πραγματικών και εικονικών; Και πόσο δύσκολο είναι να χαρτογραφείς κινητικά συναρμολογήματα; Εκτός από το να νοιώθω ζαλισμένη από την έντονη πραγματικότητα της Λέσβου, έχω προσπαθήσει να ξεμάθω να αναγνωρίζω, ακολουθώντας τον Lyotard που υποστηρίζει ότι για να μάθεις να βλέπεις, πρέπει πρώτα να ξεμάθεις να αναγνωρίζεις (Discours, Figure: 114). Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου στη Λέσβο, προσπάθησα λοιπόν να καταγράψω γενεαλογίες κινητικότητας γυναικών κάτω από συνθήκες αναγκαστικού ξεριζωμού. Ως μια Νιτσιακή ιδέα που επαναδιαμορφώθηκε στις αναλύσεις του Foucault, η γενεαλογία ασχολείται με κοινωνικές, πολιτικές και ιστορικές διαδικασίες μέσα μέσα από τις οποίες κατασκευάζεται η αλήθεια και παράγεται η γνώση. Η γενεαλογία γράφει την ιστορία του παρόντος: προβληματίζει σύνθετες και πολύπλοκες διαδικασίες των κοινωνικο-πολιτικών σχηματισμών του καιρού μας. Αντιμετωπίζοντας την ιστορικότητα του παρόντος η γενεαλογία αντιλαμβάνεται τις υποκειμενικότητες και κοινωνικές σχέσεις ως συνέπειες λόγων και πρακτικών, τις οποίες ανιχνεύει και αναλύει. Αντί να βλέπει την ιστορία σαν μια συνεχή και γραμμική διαδικασία η γενεαλογία κατευθύνεται σε ασυνέχειες.  Μέσα από τη γενεαλογική έρευνα, υπάρχουν συχνές διακοπές, ασύμμετρες και τυχαίες διαδικασίες που θέτουν ερωτήματα και προκλήσεις στις ιστορικές εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο ανατροπών το παρόν μας δεν είναι το αποτέλεσμα μελετημένης εξέλιξης και ανάπτυξης, αλλά μάλλον ένα συμβάν, αποτέλεσμα εμπλοκών εξουσίας και κυριαρχίας. Η γενεαλογία ως μέθοδος ανάλυσης ψάχνει σε λαβύρινθους διασκορπισμένων συμβάντων για να ανιχνεύσει ασυνέχειες, επαναλήψεις και παιχνίδια εξουσίας εκεί όπου η κλασσική ιστοριογραφία αναζητά ανάπτυξη, πρόοδο και σοβαρότητα.

Ὀταν λοιπόν βρέθηκα στο ζωντανό αρχείο της Λέσβου, το πρόβλημά μου ως γενεαλόγου ερευνήτριας ήταν πως να ξεφύγω από κλισέ και στερεότυπα, να διακρίνω και να ακολουθήσω γραμμές φυγής, να δημιουργήσω συνθήκες που θα στήριζαν τη χαρτογράφηση ενός σύνθετου πλέγματος ορατών και αόρατων λόγων και πρακτικών. Προσπάθησα να βρώ νέους τρόπους για να βλέπω, αλλά επίσης να σχεδιάσω νέους τρόπους για να ακούω. Το να ακούμε προσεκτικά είναι μια καίρια πολιτική πράξη που μας διευκολύνει να ζούμε στον κόσμο με άλλους και άλλες. Σύμφωνα με τη Susan Bickford, ‘και το να μιλάμε και το να ακούμε είναι καίριες δράσεις του να είμαστε πολίτες᾽ (The Dissonance of Democracy, 4). Αλλά το να ακούς πραγματικά δεν είναι εύκολο. Δεν ακούμε ποτέ μέσα σε κοινωνικά ή πολιτικά κενά αλλά μέσα σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα τα οποία πρέπει να χαρτογραφήσουμε και να καταλάβουμε. Με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε από συγκεκριμένες θέσεις, είμαστε επίσης και ‘τοποθετημένοι ακροατές´. Ακούμε πάντα από συγκεκριμένες θέσεις, παρόλη την προθυμία μας να μετακινηθούμε και να αλλάξουμε θέσεις. Η έρευνά μου ξεκίνησε με την ιδέα να προβληματίσω την έννοια του νομαδισμού αλλά εξελίσσεται ως μια συνεχής διαδικασία του να δω, να ακούσω και να καταλάβω, συμπεριλαμβανομένης και της επιθυμίας το συγκεντρώσω μερικά ίχνη για τις φεμινιστικές ιστορίες του μέλλοντος.

Μαρία Ταμπούκου,

Leverhulme Research Fellow, University of East London

Απρίλιος 2019